Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Ο Νίκος Μπελογιάννης

  • Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ
    ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ.....Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ... ΜΕ ΡΙΖΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΗΛΕΙΑ (ΤΣΙΠΙΑΝΑ) ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ.
  • «…Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν κινδύνευε η Ελευθερία, η Ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της. Και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν για τη χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτόν αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας…».
Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Νίκο Μπελογιάννη. Είναι μέρος της απολογίας του στο στρατοδικείο που τον καταδίκασε σε θάνατο. Στον Νίκο Μπελογιάννη, που την ομορφιά και το μεγαλείο του απεικόνισε ο Πάμπλο Πικάσο, που εκατομμύρια άνθρωποι, σ’ ολόκληρο τον πλανήτη κινητοποιήθηκαν για να τον κρατήσουν μακριά από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Στο Νίκο Μπελογιάννη, τον συνεπή αγωνιστή που δεν λύγισε μπροστά στο θάνατο, ακολουθώντας ως το τέλος το δρόμο των ιδανικών του…

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, στη μικρή πόλη της Αμαλιάδας στο νομό Ηλείας, γεννήθηκε από τον Γιώργο και τη Βασιλική Μπελογιάννη, ο Νίκος Μπελογιάννης. Ένα παιδί που έμελλε να γίνει σύμβολο αξιοπρέπειας για μια ολόκληρη παράταξη και έναν ολόκληρο λαό. Ανεβαίνοντας από την Τριταία της Αχαΐας, στην ορεινή Ηλεία, μαγεύεται ο ταξιδιώτης από την ομορφιά των απέραντων δασών. Πιο πάνω ακόμη, τα δάση λιγοστεύουν . Εκεί βρίσκεται το χωριό Τσίπιανα. Το τοπίο άγριο. Ο τόπος έρημος πια. Λιγοστοί οι κάτοικοί του. Αυτός ο σκληρός τόπος, βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο στην κατεύθυνση του δρόμου Πάτρας - Τρίπολης, του επονομαζόμενου 111. Στα Τσίπιανα, κατά τον εμφύλιο πόλεμο υπήρχε Κέντρο Εκπαίδευσης των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού, «τα έμπεδα» όπως μας είπε ένας γέροντας πια, αντάρτης ακόμη και σήμερα, από κοντινό χωριό, κρατά η ρίζα της οικογένειας Μπελογιάννη.

Η οικογένεια εμφανίζεται πριν την Επανάσταση του 1821 και ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της, είναι ο κλεφτοκαπετάνιος Παναγής Μπελογιάννης, που έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν τα ερείπια του πέτρινου σπιτιού, του Παναγή Μπελογιάννη, λίγο έξω από το χωριό. Μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, ένας κλάδος της οικογένειας μετακινείται στα πεδινά του νομού Ηλείας, στην Αμαλιάδα. Απ’ αυτούς κρατά ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο πατέρας του, Γιώργος Μπελογιάννης, όπως χιλιάδες άλλοι, είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Επιστρέφοντας, εγκαταστάθηκε στην Αμαλιάδα, όπου άνοιξε ξενοδοχείο. Εκεί, στις 22 Δεκεμβρίου του 1915, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Νίκος Μπελογιάννης. Η οικονομική άνεση του πατέρα του, του έδωσε την ευκαιρία να σπουδάσει.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο στην Αμαλιάδα, αναχωρεί για την Αθήνα, όπου εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Υπάρχουν μαρτυρίες που αναφέρουν ότι, από μαθητής του Γυμνασίου ακόμη, ήλθε σ’ επαφή με τις επαναστατικές ιδέες και με τις κομμουνιστικές οργανώσεις που δρούσαν στους κόλπους των αγροτών. Εκείνα τα χρόνια της νιότης του, το κύριο προϊόν που παρήγε ο κάμπος της Ηλείας, ήταν η σταφίδα. Στην περιοχή, της πεδινής Ηλείας και της Αχαΐας, από τα τέλη του 19ου αιώνα έχει αναπτυχθεί ένα ιδιότυπο αγροτοσυνδικαλιστικό κίνημα. Πολλές φορές οι αγρότες της Ηλείας είχαν ξεσηκωθεί διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες ζωής. Στις αρχές του 20ου αιώνα, είχαν γίνει αρκετές εξεγέρσεις και πολλές φορές, η κατάσταση είχε οδηγηθεί σε ένοπλη καταστολή. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, ο Νίκος Μπελογιάννης έρχεται σε επαφή με τα προβλήματα των αγροτών. Αν και γόνος, σχετικά εύπορης οικογένειας, συμμετέχει στις κινητοποιήσεις των αγροτών. Στα μαθητικά του χρόνια, εντάσσεται στην Ο.Κ.Ν.Ε. και από το 1934 γίνεται μέλος του Κ.Κ.Ε. Συλλαμβάνεται από την αστυνομία, για συμμετοχή σε αγροτικά συλλαλητήρια, και μετά τον ορισμό της δίκης αναχωρεί στην Αθήνα για τις σπουδές του.

Το Μάη του 1936, καταδικάζεται ερήμην, στην Αμαλιάδα, σε δύο χρόνια φυλάκιση για τη συμμετοχή του στις αγροτικές κινητοποιήσεις. Φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας πια, συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά, στην Αθήνα και εκτοπίζεται στην Ίο. Από εκεί, πήρε χάρη, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου και στρατεύθηκε για να υπηρετήσει την θητεία του. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, τον βρήκε στρατιώτη. Ο Νίκος Μπελογιάννης, ως στρατιώτης, αναπτύσσει δράση. Συλλαμβάνεται και πάλι, κατηγορείται για ανάπτυξη κομμουνιστικής δραστηριότητας στο στρατό και δικάζεται σε τρεις μήνες φυλακή και έξι μήνες εξορία. Αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, αρχίζει ο κύκλος της παράνομης κομματικής δουλειάς του Νίκου Μπελογιάννη. Οι συνθήκες είναι σκληρές και η καταστολή, εκ μέρους του καθεστώτος, ολοκληρωτική. Είναι η εποχή, που η Ασφάλεια έχει καταφέρει ισχυρά χτυπήματα στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Τον Μάιο του 1938, συλλαμβάνεται εκ νέου, δικάζεται σε πεντάχρονη φυλάκιση και δύο χρόνια εξορία. Φυλακίζεται και πάλι, αρχικά στις φυλακές της Αίγινας και κατόπιν, όπως χιλιάδες άλλοι αγωνιστές μεταφέρεται στο κάτεργο της Ακροναυπλίας. Η γερμανική κατοχή τον βρίσκει στη φυλακή. Το 1943, άρρωστος στο νοσοκομείο της Σωτηρίας, καταφέρνει να αποδράσει και βρίσκεται στην Πελοπόννησο, ως ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ. Με την απελευθέρωση, τοποθετήθηκε επικεφαλής του Τομέα Διαφώτισης του ΚΚΕ στην Πελοπόννησο και υπεύθυνος έκδοσης του εβδομαδιαίου εντύπου, του Γραφείου Πελοποννήσου του ΚΚΕ, με τον τίτλο «Ελεύθερος Μωριάς» και λίγο αργότερα, υπεύθυνος έκδοσης της καθημερινής εφημερίδας του ΕΑΜ στην Πάτρα, με τίτλο «Ελεύθερη Αχαΐα».

Την ταραγμένη περίοδο ανάμεσα στην απελευθέρωση και την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, εξακολουθεί να δρα στην Πελοπόννησο. Το 1947, μεταπηδά στην Στερεά Ελλάδα, ως Πολιτικός Επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Στις σκληρές μάχες που έγιναν στο Γράμμο, στις αρχές του Αυγούστου 1948, στην περιοχή Γκόλιο τραυματίσθηκε στο χέρι. Μετά την ήττα του Δημοκρατικού στρατού και την υποχώρηση των ανταρτών, βρίσκεται στην Ανατολική Ευρώπη, μαζί με τους χιλιάδες αγωνιστές που βρέθηκαν εκεί.
  • Η αποστολή στην Αθήνα
Είναι γνωστό, ότι λίγο πριν την αποστολή του στην Ελλάδα βρισκόταν στο Βουκουρέστι. Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για την Αριστερά στην Ελλάδα. Οι φυλακές γεμίζουν, τα έκτακτα στρατοδικεία καταδικάζουν χιλιάδες αγωνιστές σε θάνατο, αμέτρητοι οι εκτοπισμένοι και εξορισμένοι σε διάφορα ξερονήσια. Μετά την ήττα του Δ.Σ., χιλιάδες αντάρτες του, άοπλοι και ταπεινωμένοι, βρίσκονται στις χώρες που, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τις εποχής ονομάζονται λαϊκές δημοκρατίες. Σε πολιτικό επίπεδο, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται οι πρώτες διαφωνίες. Είναι βέβαιο ότι θα ζητηθούν ευθύνες.

Ο Ζαχαριάδης, αντιλαμβάνεται ότι θα ζητηθούν εξηγήσεις για την πολιτική του. Για να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις, εξαγγέλλει την πολιτική που στηρίζεται στο δόγμα: «τα όπλα παρά πόδα». Η πολιτική αυτή ήταν σύμφωνη, με το ψυχροπολεμικό κλίμα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο. Οι κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, είναι σχεδόν διαλυμένες. Η Ασφάλεια, έχει καταφέρει ισχυρά πλήγματα και έχει διεισδύσει σ’ αυτές.

Το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, στα μέσα του 1950 αποφάσισε να στείλει το Νίκο Μπελογιάννη στην Ελλάδα, με σκοπό την εκκαθάριση των οργανώσεων από τους «χαφιέδες» και την ανασυγκρότηση τους. Τις επιτυχίες της Ασφάλειας στην εξάρθρωση των κομματικών οργανώσεων, τις απέδιδε στην διείσδυση χαφιέδων στις γραμμές του κόμματος. Η «Ελεύθερη Ελλάδα», ραδιοφωνικός σταθμός του ΚΚΕ, που εκπέμπει από το Βουκουρέστι, καλεί διαρκώς τις κομματικές οργανώσεις να βρουν και να απομονώσουν αυτούς τους «χαφιέδες» από τις τάξεις του κόμματος. Ένα όργιο χαφιεδοφοβίας καλλιεργείται. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, αποστέλλεται ο Μπελογιάννης στην Αθήνα. Με ένα Αργεντίνικο διαβατήριο, με το ψευδώνυμο Ερρίκος Πανόζ και μεταμφιεσμένος, φτάνει στο Ελληνικό με πτήση από τη Ρώμη, όπως ανακοίνωσε η Ασφάλεια μετά τη σύλληψή του. Σκοπός ταξιδιού ο τουρισμός.

Σύμφωνα πάντα με την Ασφάλεια, κατέλυσε στο Ξενοδοχείο «Μέγα», της οδού Σταδίου. Φυσικά και δεν μπορούσε να κυκλοφορεί επί μακρόν με ένα πλαστό διαβατήριο στην Αθήνα εκείνης της εποχής. Αναπτύσσει την παράνομη κομματική του δραστηριότητα με πλαστή ταυτότητα που φέρει το όνομα ενός υπαρκτού προσώπου, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού. Παρά τα μέτρα συνωμοτικότητας και παρά την μεγάλη του εμπειρία στην παράνομη δράση, μετά από έξι μήνες, συλλαμβάνεται από την Ασφάλεια, σ’ ένα σπίτι επί της οδού Πλαπούτα, ενός μικρού δρόμου, που ξεκινά από την οδό Καλλιδρομίου και καταλήγει στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκεί πήγε, για να συναντήσει κάποιον σύντροφό του. Η σύλληψή του, δεν ανακοινώνεται από την ασφάλεια.
Την επόμενη μέρα 21 Δεκεμβρίου, ο Μπελογιάννης , δεν εμφανίζεται σε προκαθορισμένο ραντεβού που είχε με τη γυναίκα του και συνεργάτιδά του Έλλη Ιωαννίδου. Στις 22 Δεκεμβρίου, η Έλλη Ιωαννίδου, πηγαίνει σε συνάντηση που έχει με άλλον σύντροφό της από τον κομματικό μηχανισμό. Ούτε αυτός ο σύντροφός της, δεν εμφανίζεται και η υποψία της Έλλης Ιωαννίδου γίνεται βεβαιότητα. Η επίσκεψή της στην ίδια «γιάφκα» που έχει συλληφθεί ο Μπελογιάννης, το Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 1950, την ρίχνει κι αυτήν στα δίχτυα της Ασφάλειας. Στις 29 Δεκεμβρίου 1950, η Ασφάλεια ανακοινώνει τις συλλήψεις 30 ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Στην ανακοίνωση γίνεται υπαινιγμός ότι συνελήφθησαν ηγετικά στελέχη του Κόμματος, που εστάλησαν από το εξωτερικό για την ανασυγκρότηση του κομματικού μηχανισμού και δηλώνει ότι με την πρόοδο των ανακρίσεων θα δοθούν νέα στοιχεία στη δημοσιότητα.

Στις 4 Ιανουαρίου 1951 σε μακροσκελή ρεπορτάζ των εφημερίδων αποκαλύπτεται ότι συνελήφθη ο Νίκος Μπελογιάννης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής καθώς και ο σύνδεσμός του, Έλλη Ιωαννίδου, μέλος της Κ.Ο.Α. (Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας). Η σύγχυση που επικρατεί στον μισοδιαλυμένο κομματικό μηχανισμό εντείνεται. Η συλλήψεις συνεχίζονται και δημιουργείται μια ογκώδης δικογραφία. Παραπέμπονται σε δίκη, στο έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας, 93 κατηγορούμενοι για παράβαση του Α.Ν. 509. Η εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας, εκείνη την εποχή (1951), βρίσκεται σε μια δίνη. Μόλις δυο χρόνια έχουν περάσει από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και οι διώξεις εναντίον των κομμουνιστών συνεχίζονται με μεγάλη ένταση. Σε μερίδα ηγετών του κέντρου και της δεξιάς, υπάρχει αντίληψη για αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και μικρή προσπάθεια για την εξομάλυνση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Ακούγονται κάποιες φωνές για κατάργηση των έκτακτων στρατοδικείων για τα αδικήματα του Α.Ν. 509. Στις πολιτικές εξελίξεις όμως επιδιώκει να παίξει ρόλο και μια ομάδα αξιωματικών, που επιδιώκει να παίξει κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα. Είναι η αξιωματικοί που συνασπίζονται γύρω από τον ΙΔΕΑ. Ο ηγετικός πυρήνας αυτής της συνωμοτικής οργάνωσης, θέλει να αναδειχθεί σε κύρια δύναμη εναντίον του κομμουνισμού και υποσκάπτει την εσωτερική ανάγκη για ειρήνευση και ομαλή δημοκρατική ζωή. Η πρώτη δίκη ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου 1951, στις 5 το απόγευμα, στα δικαστήρια της οδού Σανταρόζα, όπου συνεδρίαζε το Έκτακτο Στρατοδικείο, για παράβαση του Α.Ν. 509. Η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν επιλεγμένη από τον ΙΔΕΑ. Το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρει: «Παραπέμπονται ίνα δικασθούν διότι από του Δεκεμβρίου 1947 μέχρι τέλους του 1950, ότε επετεύχθη η σύλληψίς των εν Αθήναις και αλλαχού, κατ’ εξακολούθησιν επεδίωξαν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος. Προέβαινον εις προσυλητισμόν και κατασκοπείαν κατόπιν διαταγών του ΚΚΕ και δια της εκδόσεως κομμουνιστικών εντύπων, διήγηρον τον λαόν εις στάσεις…». Τις ημέρες εκείνες γίνεται προσπάθεια συγκρότησης Κυβέρνησης από τα δύο κόμματα (ΕΠΕΚ και Φιλελευθέρων) που κέρδισαν τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου και τα οποία είχαν διακηρύξει ότι θα καταργούσαν τα Έκτακτα Στρατοδικεία. Οι συνήγοροι, δίνουν μάχη για αναβολή της δίκης, το αίτημά τους, όμως απορρίπτεται. Η δίκη προχωρά και στις 7 Νοεμβρίου απολογείται ο Νίκος Μπελογιάννης. Μετά από εννιά μέρες στις 16 Νοεμβρίου, στις 3 η ώρα το πρωί, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του. Από τους 93 κατηγορούμενους, ο Νίκος Μπελογιάννης, η Έλλη Ιωαννίδου και άλλοι δέκα, καταδικάζονται σε θάνατο. Ο Πλαστήρας, πρωθυπουργός της χώρας δηλώνει στις 17 Νοεμβρίου 1951: «…ο Μπελογιάννης και οι μετ’ αυτού καταδικασθέντες σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών δεν πρόκειται να εκτελεσθούν. Απόφασις της Κυβερνήσεως είναι δια αδικήματα διαπραχθέντα προ της 1ης Νοεμβρίου 1951, οπότε η παρούσα Κυβέρνησις δεν ευρίσκετο στην Αρχήν αι τυχόν επιβαλλόμεναι θανατικαί ποιναί δια κομμουνιστικήν δράσιν θα υπείγοντο εις την ρύθμισιν, η οποία έχει συμφωνηθή δι’ όλας τας μέχρι τούδε επιβληθείσας και μη εκτελεσθείσας θανατικάς καταδίκας…». Ο Μπελογιάννης μεταφέρεται στην Κέρκυρα. Εκεί επιδίδεται στην ολοκλήρωση της συγγραφής της μελέτης (Οι ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας), που είχε αρχίσει πριν τη σύλληψή του. Η πρώτη έκδοση αυτής της μελέτης, σε βιβλίο θα γίνει μετά την εκτέλεσή του, με το ψευδώνυμο Μ. Κουλουριώτης. Λίγες μέρες πριν τελειώσει η δίκη, ένα περιστατικό έρχεται να δώσει άλλη τροπή στην υπόθεση Μπελογιάννη. Ανακαλύπτονται από την Ασφάλεια, στη Γλυφάδα και στην Καλλιθέα, ασύρματοι του ΚΚΕ, μέσω των οποίων μεταδίδονταν προς την ηγεσία του, στο εξωτερικό πληροφορίες για την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα. Η υπόθεση αυτή, αποτελεί θρίαμβο του παρακράτους και της άκρας δεξιάς και έχει αποτέλεσμα να καθυστερήσει τις προσπάθειες που γίνονταν εκείνη την εποχή για να βγει η χώρα από την ανωμαλία που είχε αφήσει πίσω του ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Μπελογιάννης πληροφορήθηκε την ανακάλυψη των ασυρμάτων τις τελευταίες μέρες της δίκης. Ο Π. Παρασκευόπουλος γράφει στο βιβλίο του ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, ότι δεν ξαφνιάστηκε, «…ότι περίμενε να ξεσπάσει η μπόρα», από την ημέρα που διάβασε σε εφημερίδα, σε κάποια διακοπή της δίκης ότι εξαφανίστηκε ο γνωστός οικονομολόγος και δικηγόρος, Δημήτρης Μπάτσης… Αρχές Ιανουαρίου του 1952, ο Μπελογιάννης μεταφέρεται από την Κέρκυρα στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών. Στη διάρκεια των ανακρίσεων, εμφανίζεται για πρώτη φορά εμφανίζεται και ένας αμερικανός επ’ ονόματι Ρόμπερτ Ντρίσκολ, που ζητά και βλέπει όλους τους κατηγορουμένους, τον καθένα ξεχωριστά. Στο τέλος Ιανουαρίου, ο Γενικός Διευθυντής της Αστυνομίας Ι. Πανόπουλος, καλεί τον Μπελογιάννη στο γραφείο του και του προτείνει να αλλάξει εγκαταλείψει την ιδεολογία του και να προσχωρήσει στην εθνικόφρονα παράταξη. Του υπογραμμίζει ότι δεν έχει την αξίωση να του καταδώσει πρόσωπα και πράγματα 1 . Ο Νίκος Μπελογιάννης αρνείται και έτσι παραπέμπεται σε νέα δίκη μαζί με 28 συντρόφους του, στις 15 Φεβρουαρίου 1952 με νέα κατηγορία. Θα δικαστεί για κατασκοπεία με βάση το νόμο 375 του 1936. Ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου ανακοινώνει: «Οι Μπελογιάννης, Έλλη Ιωαννίδου, Δημήτριος Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νικόλαος Καλούμενος και…. κατηγορούνται ότι εν Αθήναις και αλλαχού από του Δεκεμβρίου 1950 και πρότερον οι δύο πρώτοι και από του Νοεμβρίου 1951 και πρότερον οι άλλοι, οργάνωσαν επί σκοπώ κατασκοπία και εχρησιμοποίησαν μέσα ανταποκρίσεων και διαβιβάσεων, ήτοι, λαβόντες εντολήν του γενικού γραμματέως του ΚΚΕ, Ν. Ζαχαριάδη, ίδρυσαν ενταύθα κατασκοπευτικόν κέντρον….».

Η βάση της κατηγορίας ήταν τα σήματα που εξέπεμπε ο ασύρματος προς την ηγεσία του ΚΚΕ στο εξωτερικό και τα σήματα που ελάμβανε απ’ αυτήν. Ο υπεύθυνος για τους ασυρμάτους, Ν. Βαβούδης παλιός κομμουνιστής, έμπιστος του Ζαχαριάδη, αυτοκτονεί μέσα στην κρύπτη που βρισκόταν στο σπίτι του Νίκου Καλούμενου, μέλους του ΚΚΕ, επί της οδού Λυκούργου 13 στην Καλλιθέα. Ο Τάκης Λαζαρίδης, νεαρός τότε αγωνιστής, συγκατηγορούμενος του Μπελογιάννη, αναφέρει στο βιβλίο του Απλά Μαθήματα Ιστορίας, (Εκδόσεις Παπαζήση, 1998) αναφέρει ότι αφενός δεν είχαν καμιά οδηγία από τον Βαβούδη για τη στάση τους σε περίπτωση σύλληψης, αφετέρου ο ίδιος ο Βαβούδης άφηνε υπαινιγμούς, ότι δεν θα έπεφτε ποτέ ζωντανός στα χέρια του εχθρού, δείχνοντας με νόημα ένα περίστροφο που έφερνε μαζί του.
Στη δίκη, ο Νίκος Μπελογιάννης αποκρούει το κατηγορητήριο περί κατασκοπείας και μιλά για δίκες σκοπιμότητας, που σκοπό έχουν να συντηρήσουν το κλίμα ανωμαλίας. Υπερασπίζεται τον εαυτό του και το κόμμα του, με σθένος, επικαλείται τους αγώνες τους δικούς του και του κόμματός του για την Εθνική Ανεξαρτησία της Ελλάδας. Την 1η Μαρτίου 1952, ημέρα Σάββατο το πρωί το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, αποσύρθηκε για να εκδώσει την απόφαση. Μετά από τρισήμυσι ώρες, στη μία το μεσημέρι εκδόθηκε η απόφαση. Για οκτώ από τους είκοσι οκτώ κατηγορούμενους, η ποινή ήταν θάνατος. Οι κατηγορούμενοι είχαν μεταφερθεί στις φυλακές Καλλιθέας. Εκεί τους ανακοινώθηκε η ποινή από τον αντεπίτροπο και τον γραμματέα του Στρατοδικείου.

Στις φυλακές, στο ίδιο κελί με τον Μπελογιάννη βρέθηκε ο Τάκης Λαζαρίδης. Με επιθυμία του Μπελογιάννη, όπως γράφει στο βιβλίο του, βρέθηκε και ο Μπάτσης. Τους έβγαζαν στο προαύλιο, το μεσημέρι, όταν οι άλλοι κρατούμενοι βρίσκονταν στα κελιά τους. Όπως λέει ο Τάκης Λαζαρίδης, καθώς περνούσαν οι μέρες, αισθάνονταν το θάνατο να πλησιάζει. Τα βράδια κοιμούνταν με τα ρούχα. Παρ’ όλα αυτά, ο Νίκος και οι Έλλη βρήκαν το κουράγιο να οργανώσουν «ψυχαγωγικό πρόγραμμα». « Κάθε βράδυ, μετά το συσσίτιο και ως το βραδινό σιωπητήριο, ο άδειος διάδρομος αντηχούσε από τα ανέκδοτα, τα δίστιχα και τα αινίγματα που σκαρώναμε από τα παραθυράκια των κελιών μας. Δεν βλεπόμαστε βέβαια όμως η «ακουστική» ήταν θαυμάσια….2 Ο Λαζαρίδης είχε αναλάβει το μουσικό μέρος. Σφύριζε διάφορες μελωδίες. Το «πλεζίρ ντ’ αμούρ», τη Σερενάτα του Σούμπερτ, τους ουγγρικούς χορούς του Μπράμς. Στην ψυχή τους δεν υπήρχε ο παραμικρός φόβος για το θάνατο. Αφιερωμένοι στα μεγάλα ιδανικά για τα οποία ήταν έτοιμοι να καταθέσουν τη θνητή λεία τους στο βωμό της Δημοκρατίας, στη ληστρική επιδρομή της μισαλλοδοξίας και να περάσουν ως να επρόκειτο για κάτι το φυσιολογικό, στο βασίλειο της Ανυπαρξίας. Έξω από τις φυλακές, ένα τεράστιο κίνημα για τη σωτηρία τους είχε ξεσπάσει σε όλο τον κόσμο. Από το ένα άκρο της γης στο άλλο. Εκατομμύρια άνθρωποι κινητοποιούνταν με όλους τους τρόπους για να ματαιώσουν την εκτέλεσή τους. Ο Πότης Παρασκευόπουλος γράφει: «…στο πρωθυπουργικό γραφείο και στα Ανάκτορα φτάνουν κάθε μέρα εκατοντάδες και χιλιάδες γράμματα και τηλεγραφήματα απ’ όλες τις γωνιές της γης. Ζητούν να ματαιωθεί η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του… ανάμεσα σ’ αυτά, βρίσκονταν και τηλεγραφήματα με βαρύτατες υπογραφές…: του στρατηγού Ντε Γκωλ, του πρώην πρωθυπουργού της Γαλλίας Πολ Μπονκούρ, των γάλλων υπουργών Ζυστίν Γκοτάντ και Πιέρ Κοτ, του Προέδρου του Ερυθρού Σταυρού, του Προέδρου του Αρείου Πάγου της Γαλλίας, των Πρυτάνεων Πανεπιστημίων και Ακαδημιών απ’ όλο τον κόσμο, 56 άγγλων βουλευτών, 290 ιταλών γερουσιαστών, των μεγάλων συγγραφέων Ζαν-Πολ Σάρτρ, του Ζαν Κοκτό, του Πιερ Μπενουά, …του Τσάρλι Τσάπλιν. Ανάμεσα σε όλους αυτούς που ζητούν τη ματαίωση των εκτελέσεων όλοι οι βουλευτές της ΕΔΑ και πολλοί βουλευτές της ΕΠΕΚ. 

Ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, δηλώνει σε βουλευτές της ΕΔΑ, που τον επισκέπτονται για να ζητήσουν την παρέμβασή του: «Έχω συγκλονισθεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και απ’ αυτό των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης, δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή» Στις 29 Μαρτίου του 1952, ημέρα Σάββατο, έπεσαν να κοιμηθούν, ξένοιαστοι, όπως κάθε βράδυ. Την επαύριον, ημέρα Κυριακή, δεν θα γίνονταν εκτελέσεις. Έτσι γινόταν, ακόμη και στις πιο άγριες στιγμές του Εμφυλίου. Μια μέρα ακόμη στη ζωή. Όμως, κατά τις 2:30, η φυλακή της Καλλιθέας φωτίζεται. Κλειδαριές ξεκλειδώνουν, πόρτες συρίζουν, βήματα πολλών ανθρώπων ακούγονται από το διάδρομο. Ο Μπελογιάννης πετάγεται όρθιος. Σύμφωνα πάντα με τον Τάκη Λαζαρίδη, ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
  • Πάμε για καθαρό αέρα; 
  • Ναι Νίκο, πάτε για εκτέλεση…
Πρώτος βγήκε ο Μπελογιάννης, μετά ο Μπάτσης. Του Λαζαρίδη που ετοιμαζόταν να ακολουθήσει του είπαν:  
  • Εσύ Λαζαρίδη κάθισε…
Από τους οκτώ καταδικασμένους σε θάνατο, τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Δημήτρη Μπάτση, τον Ηλία Αργυριάδη, τον Νίκο Καλούμενο, την Έλλη Ιωαννίδου, τον Τάκη Λαζαρίδη, το Χαράλαμπο Τουλιάτο, και τον Μιλτιάδη Μπισμπιάνο, πήραν τους τέσσερις πρώτους… Στις 3:48, η φάλαγγα των αυτοκινήτων και η κλούβα μέσα στην οποία βρίσκονταν οι μελλοθάνατοι, έφτασε στο Γουδί, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία». Στις 4, όλοι βρίσκονται στις θέσεις τους. Οι τέσσερις μπροστά στις εικοσιτέσσερις κάνες του εκτελεστικού αποσπάσματος, πίσω από το απόσπασμα ο Επίτροπος και οι υπόλοιποι αρμόδιοι αξιωματικοί. Στις 4:10 ακούγεται το παράγγελμα: «επί σκοπόν». Ακολουθεί η χαριστική βολή. Στη μνήμη μας μένει πάντα χαραγμένη η εικόνα του Μπελογιάννη ως η εικόνα ενός ανθρώπου που πηγαίνει να συναντήσει το θάνατο χαμογελώντας. 

Είναι ένας άνθρωπος που αποδέχεται νηφάλια το θάνατο, ακριβώς επειδή πεθαίνει για να υπερασπιστεί τις ιδέες του και την αξιοπρέπειά του. Αν δεχτούμε ότι η δοκιμασία της Ελευθερίας είναι αναπόσπαστη από τη δοκιμασία της θνητότητας – με την έννοια ότι ένας άνθρωπος, δε μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, όσο παραμένει δέσμιος του φόβου του θανάτου – τότε ο Μπελογιάννης ενσαρκώνει το κορυφαίο συμβολικό παράδειγμα του ελεύθερου ανθρώπου.
  • Πότη Παρασκευόπουλου, Ο άνθρωπος με το Γαρύφαλλο, σελ. 106, §2, Εκδόσεις Κάκτος, 1980
  • Τάκης Λαζαρίδης, Απλά Μαθήματα Ιστορίας, Κεφ. «Υπόθεση Μπελογιάννη, σελ.220, § 4, Εκδόσεις Παπαζήση, 1998
  • Δημοσιεύτηκε στα ΙΣΤΟΡΙΚΑ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 3 Απριλίου 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου